- ἀποπαπταίνω
- ἀπο-παπταίνω, fut. ἀποπαπτανέουσι: peer away for a chance to flee, ‘look to flight,’ Il. 14.101.†
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
αποπαπταίνω — ἀποπαπταίνω (Α) [παπταίνω] βλέπω γύρω, κοιτάζω από πού να φύγω … Dictionary of Greek
ἀποπαπτανέουσι — ἀποπαπταίνω look about one fut part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) ἀποπαπταίνω look about one fut ind act 3rd pl (epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποπαπτανέουσιν — ἀποπαπταίνω look about one fut part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) ἀποπαπταίνω look about one fut ind act 3rd pl (epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)